καταλλήλως /kataˈliːlɔs/ Adverb

English
appropriately
Türkçe
uygunca

Example

  • Η κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι δεν ανταποκρίθηκε **κατάλληλα** στις ανάγκες των αστέγων. (Αναλογικά, με το δέοντα τρόπο / με το μέτρο / με σύνεση)
  • The government has been accused of not responding appropriately to the needs of the homeless.
  • Εδώ τονίζεται η έλλειψη επάρκειας της αντίδρασης.