Κάτω /ˈkato/ Adverb

English
downstairs
Türkçe
aşağı kat

Example

  • Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, οπότε κατέβηκα κάτω (κατέβηκα / πήγα / μετακινήθηκα) και είδα τηλεόραση.
  • I couldn't sleep, so I went downstairs and watched TV.
  • Το ρήμα κίνησης (κατέβηκα) είναι πιο συχνό από το απλό επίρρημα.