Ιατρείο / Κλινική /i̯a.triˈo̞/ Noun

English
clinic
Türkçe
muayenehane

Example

  • Η τοπική [κλινική] (οικογενειακός προγραμματισμός / συμβουλευτική / εξέταση) προσφέρει δωρεάν συνεδρίες.
  • The local family planning clinic offers free consultations.
  • Η 'οικογενειακός προγραμματισμός' είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος να το πούμε.