κληρονομώ /kliɾo̞no̞ˈmo̞/ Verb
- English
- inherit
- Türkçe
- mi̇ras almak / mi̇ras kalmak
Example
- Η Μαρία **κληρονομεί** (κληροδοτώ / κληροδοτώ / κληροδοτώ) μια τεράστια περιουσία από τον πατέρα της.
- She inherited a fortune from her father.
- Εδώ τονίζουμε την πράξη της λήψης της περιουσίας.