Σκέλος /strænd/ Noun
- English
- strand
- Türkçe
- tel / i̇plik / unsur
Example
- Τράβηξε μια χαλαρή κλωστή [κλωστή / ίνα / νήμα] από το μάλλινο πουλόβερ του.
- He pulled at a loose strand of wool in his sweater.
- Η 'κλωστή' είναι η πιο φυσική επιλογή για υφάσματα.