λάμπα /'lamba/ Noun

English
lamp
Türkçe
lamba

Example

  • Τοποθέτησε μια επιτραπέζια [λάμπα] δίπλα στο κομοδίνο.
  • She placed a reading lamp on the bedside table.
  • Η 'επιτραπέζια λάμπα' είναι η πιο κοινή ονομασία για το φωτιστικό γραφείου/κομοδίνου.