άσπρο /ˈaspɾo/ Adjective

English
white
Türkçe
beyaz

Example

  • Φόρεσε ένα καθαρό λευκό πουκάμισο για τη συνέντευξη.
  • She wore a crisp white shirt to the interview.
  • Το 'καθαρό' τονίζει την αψεγάδιαστη όψη.