ΛΕΙΤΟΥΡΓΩ /liturˈʝo/ Verb

English
operate
Türkçe
i̇şletmek / çalışmak

Example

  • Οι περισσότεροι οικιακοί καταψύκτες [λειτουργούν] (λειτουργώ / λειτουργούν / λειτουργήσουν) σε θερμοκρασία κάτω από −18°C.
  • Most domestic freezers operate at below −18°C.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο ενεστώτας για συνεχή κατάσταση.