Μαρμελάδα / Τζαμ /marmeˈlaða/ Noun

English
jam
Türkçe
reçel

Example

  • Άλειψε παχιά [μαρμελάδα] φράουλας πάνω στο σκον.
  • She spread thick strawberry jam on her scone.
  • Η 'μαρμελάδα' είναι η πιο κοινή λέξη για το 'jam' ως τρόφιμο.