μηχανισμός /ˌæpəˈrætəs/ Noun

English
apparatus
Türkçe
mekanizma

Example

  • Το γυμναστήριο είναι γεμάτο με έναν σύνθετο [μηχανισμός] για την ενδυνάμωση των μυών.
  • The gym is filled with a complex apparatus for muscle training.
  • Εδώ το 'μηχανισμός' καλύπτει την έννοια του εξοπλισμού.