μέλος /ˈmelos/ Noun

English
limb
Türkçe
uzuv

Example

  • Το πουλί τραυμάτισε το φτερό του, ένα ευαίσθητο [μέλος].
  • The bird injured its wing, a delicate limb.
  • Εδώ το 'μέλος' δίνει μια πιο κομψή, σχεδόν λογοτεχνική αίσθηση.