όφελος /oˈfelos/ Noun

English
benefit
Türkçe
fayda

Example

  • Το νέο γυμναστήριο προσφέρει πολλά [όφελη] στους πελάτες του.
  • The new gym offers many benefits to its members.
  • Το 'όφελος' εδώ είναι ο πληθυντικός του 'όφελος'.