Παραδέχομαι / Υποχωρώ /paraˈðeçome/ Verb
- English
- concede
- Türkçe
- kabul etmek
Example
- «Δεν είναι και άσχημο», **ομολόγησε** με δυσθυμία.
- ‘Not bad,’ she conceded grudgingly.
- Εδώ το «ομολογώ» (αόριστος) δίνει την αίσθηση της τελικής, αναγκαστικής παραδοχής.