κόκκαλο /ˈkokalo/ Οστό

English
bone
Türkçe
kemik

Example

  • Έσπασε ένα **οστό** στον καρπό της ενώ έκανε σκι.
  • She broke a bone in her wrist while skiing.
  • Η λέξη 'οστό' είναι η πιο ουδέτερη επιλογή.