παίκτης /ʝlenˈd͡zɛs/ Noun

English
player
Türkçe
oyuncu

Example

  • Ο σκακιστής [παίκτης] μελέτησε προσεκτικά τη σκακιέρα.
  • The chess player studied the board carefully.
  • Στο σκάκι, προτιμάται το 'σκακιστής', αλλά το 'παίκτης' είναι γενικότερο.