παράδοση /paraˈðosi/ Noun

English
tradition
Türkçe
gelenek

Example

  • Στο χωριό, η [παράδοση] (έθιμο / συνήθεια / κληρονομιά) είναι να γιορτάζουν τη συγκομιδή.
  • The village has a long-standing tradition of celebrating the harvest.
  • Τονίζει τη μακροχρόνια, κοινοτική πρακτική.