Κίνητρο /ciˈmitro/ Noun

English
motivation
Türkçe
motivasyon

Example

  • Ποια είναι η **παρακίνηση** πίσω από αυτή την ξαφνική αλλαγή;
  • What is the motivation behind this sudden change?
  • Εδώ το 'κίνητρο' θα ήταν εξίσου φυσικό.