ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ /te.traˈɣo.no/ Adjective

English
square
Türkçe
kare

Example

  • Το τραπέζι έχει **τετράγωνη** επιφάνεια.
  • The table has a square top.
  • Χρησιμοποιείται το θηλυκό για να συμφωνήσει με το 'επιφάνεια'.