ποικιλία /pociˈlia/ Noun

English
variety
Türkçe
çeşitlilik

Example

  • Το μαγαζί διαθέτει μεγάλη ποικιλία από βιολογικά σνακ.
  • The store stocks a wide variety of organic snacks.
  • Η λέξη 'ποικιλία' δίνει έμφαση στο πλήθος των επιλογών.