πολιτικός /poliˈtikos/ Adjective

English
civic
Türkçe
kamusal

Example

  • Ο Δήμαρχος ανακοίνωσε νέες πολιτικές βελτιώσεις. [Δημοτικός / Αστικός / Κοινοτικός] — της: Ο Δήμαρχος ανακοίνωσε νέες πολιτικές βελτιώσεις.
  • The mayor announced new civic improvements.
  • Εδώ το 'πολιτικές' λειτουργεί ως 'civic improvements' (βελτιώσεις για την πόλη).