Επάγω /eˈpaɣo/ Verb

English
induce
Türkçe
sebep olmak / i̇kna etmek

Example

  • Τίποτα δεν θα με **προκαλούσε** (επάγωγε) να δεχτώ αυτή τη δουλειά.
  • Nothing would induce me to take that job.
  • Εδώ το 'προκαλώ' είναι πιο φυσικό από το 'επάγω' για άρνηση.