προσεχές /pro.seˈxes/ Adjective
- English
- upcoming
- Türkçe
- yaklaşan
Example
- Η προσεχής προεδρική εκλογή είναι κρίσιμη. [Προσεχής / Επερχόμενος / Μελλοντικός] — της: Η προσεχής προεδρική εκλογή είναι κρίσιμη.
- The upcoming presidential election is critical.
- Το 'προσεχής' είναι το πιο συνηθισμένο και ουδέτερο.