Πυκνότητα /pikˈnoːtita/ Noun

English
density
Türkçe
yoğunluk

Example

  • Η [πυκνότητα] (ομίχλης / ομίχλης / νέφους) έκανε την οδήγηση επικίνδυνη.
  • The density of the fog made driving dangerous.
  • Στην ατμόσφαιρα, το 'πυκνότητα' είναι το κυρίαρχο.