Πύραυλος /piˈravlos/ NounEnglishmissileTürkçefüzeExampleΤο πλοίο χτυπήθηκε από έναν πλεύσιμο πύραυλο (βλήμα / ρουκέτα / βολή).The ship was struck by a cruise missile.Το 'πλεύσιμος' (cruise) είναι ο πιο σύγχρονος όρος.