πύραυλος /piˈravlos/ Noun

English
rocket
Türkçe
roket

Example

  • Ο διαστημικός [πύραυλος] απογειώθηκε άψογα.
  • The space rocket lifted off perfectly.
  • Η λέξη «πύραυλος» είναι η επίσημη και πιο κομψή επιλογή.