Σαρώσεις / Σκανάρω /saˈro/ Verb
- English
- scan
- Türkçe
- göz gezdirmek / tarama yapmak
Example
- Έπρεπε να [σαρώσω] (επιθεωρώ / ελέγχω / εξετάζω) τη λίστα γρήγορα για να βρω το όνομά μου.
- I scanned the list quickly for my name.
- Εδώ το 'σαρώνω' δίνει την αίσθηση της ταχύτητας.