Γρατζουνιά / Ξύνω /ksíːno/ (για το ρήμα) Noun
- English
- scratch
- Türkçe
- çizik / kaşımak
Example
- Υπάρχει μια βαθιά γδαρσίματα (γρατζουνιά / χαράκωμα / σημάδι τριβής) στην πόρτα του αυτοκινήτου.
- There is a deep scratch on the car door.
- Η «γρατζουνιά» είναι η πιο συχνή επιλογή.