session (ως δάνειο) / συνεδρία /seˈsyon/ Noun

English
session
Türkçe
oturum

Example

  • Η συνεδρία γιόγκα ξεκινά στις έξι το απόγευμα. (Η **συνεδρία** / Η **συνάντηση** / Η **παράσταση**)
  • The yoga session starts at 6 PM.
  • Το 'συνεδρία' είναι το πιο άμεσο, αλλά το 'συνάντηση' είναι πιο ζεστό.