σίγουρος / συγκεκριμένος /siˈɣuros/ Επίθετο

English
certain
Türkçe
emin

Example

  • Νομίζω πως ήταν αυτός, αλλά δεν είμαι **σίγουρος**.
  • I think it was him, but I can't be certain.
  • Η άρνηση της βεβαιότητας είναι πολύ συχνή έκφραση.