Συστατικό /sistatiko/ Noun

English
ingredient
Türkçe
malzeme

Example

  • Ανακατέψτε όλα τα συστατικά σε ένα μεγάλο μπολ.
  • Mix all the ingredients in a large bowl.
  • Το «ανακατεύω» (perfective) είναι η σωστή επιλογή για την ολοκλήρωση της πράξης.