ανακοπή /anaˈkopi/ Ουσιαστικό
- English
- halt
- Türkçe
- durdurmak / duraklama
Example
- Το τρένο έφτασε σε ξαφνικό [ακινησία/πάγωμα/ακινητοποίηση] — του: The train came to a sudden halt.
- The train came to a sudden halt.
- Το 'ακινησία' είναι πιο περιγραφικό για φυσική κίνηση.