Στέκομαι /ˈsteko/ Επίθετο

English
standing
Türkçe
ayakta

Example

  • Έκανε ένα άλμα [σε ισχύ] (άλμα από στάση).
  • He performed a standing jump.
  • Εδώ το 'standing' περιγράφει την αρχική θέση, όχι τη διάρκεια.