Συμμόρφωση /simorˈfosi/ Noun

English
accordance
Türkçe
uygunluk

Example

  • Το κτίριο κατασκευάστηκε σε **συμμόρφωση** με τους τοπικούς πολεοδομικούς κανονισμούς. [Η λέξη 'συμμόρφωση' (Συμμόρφωση / Τήρηση / Εναρμόνιση) — είναι η νομική δέσμευση.]
  • The building was constructed in accordance with local zoning laws.
  • Εδώ τονίζεται η νομική υποχρέωση.