συνεργάζομαι /sɪnɛrɣaˈzomɛ/ Verb
- English
- collaborate
- Türkçe
- i̇ş birliği yapmak
Example
- Οι ερευνητές απ’ όλο τον κόσμο **συνεργάζονται** (συμπράττω / συνεπικουρώ / δουλεύω μαζί) για την ανάπτυξη ενός νέου εμβολίου.
- Researchers around the world are collaborating to develop a new vaccine.
- Το 'συνεργάζομαι' είναι η πιο φυσική επιλογή για επιστημονική δράση.