τελετουργία /tɛlɛtuɾˈʝi.a/ Noun

English
ritual
Türkçe
ritüel

Example

  • Η φυλή τελούσε μια αρχαία [τελετή] για να εξασφαλίσει καλή σοδειά.
  • The tribe performed an ancient ritual to ensure a good harvest.
  • Εδώ η 'τελετή' έχει βαρύτητα, αλλά είναι η σωστή λέξη.