γιγαντιαίος /ʝiɣanˈd͡zi.os/ Adjective
- English
- enormous
- Türkçe
- kocaman
Example
- Ένας ΤΕΡΑΣΤΙΟΣ σκύλος κάθισε στο χαγιάτι. [Τεράστιος / Κολοσσιαίος / Γιγάντιος] — του: Ένας τεράστιος σκύλος κάθισε στο χαγιάτι.
- An enormous dog sat on the porch.
- Το 'Τεράστιος' είναι η πιο συχνή επιλογή για φυσικό μέγεθος.