θεατρικός /θe.a.triˈkos/ ΕπιθετικόEnglishtheatricalTürkçetiyatralExampleΑκολούθησε καριέρα στην [θεατρική παραγωγή] — μια πορεία γεμάτη φως και σκιές.She pursued a career in theatrical production.Εδώ αναφέρεται στην τέχνη του θεάτρου.