θέτω θέτω Verb
- English
- pose
- Türkçe
- meydan okumak / risk teşkil etmek
Example
- Η κλιματική αλλαγή [θέτω] σοβαρούς κινδύνους στην παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια.
- The virus poses a risk to public health.
- Εδώ το 'θέτω' είναι η πιο φυσική επιλογή για 'pose a risk'.