απώλεια /apˈoʎa/ Noun

English
casualty
Türkçe
zayiat

Example

  • Το τροχαίο ατύχημα είχε ως αποτέλεσμα τρία **θύματα** (θύμα / απώλεια / τραυματίας) — Το οδικό δυστύχημα άφησε πίσω του τρεις ανθρώπινες απώλειες.
  • The road accident resulted in three casualties.
  • Το «θύμα» είναι πιο προσωπικό, ενώ το «απώλεια» πιο συνολικό.