Κινητό /ciˈnito/ Noun

English
phone
Türkçe
telefon

Example

  • Πρέπει να [καλέσω] (τηλεφωνώ / χτυπάω / παίρνω) για να κλείσω ραντεβού.
  • I have to make a phone call.
  • Το 'τηλέφωνο' είναι η συσκευή, το 'τηλεφωνώ' το ρήμα.