προκαλώ /prokaˈlo/ Verb

English
dare
Türkçe
cesaret etmek

Example

  • Το είπε δυνατά όσο [τολμώ/τόλμησε] να πει.
  • She said it as loudly as she dared.
  • Εδώ τονίζεται η εσωτερική ανάγκη για έκφραση.