τρελός /treˈlos/ Adjective

English
crazy
Türkçe
çılgın

Example

  • Είσαι τρελός; Μπορεί να σκοτωθούμε κάνοντάς το αυτό! (Είσαι τρελός / παράλογος / παλαβός)
  • Are you crazy? We could get killed doing that.
  • Χρησιμοποιείται για να εκφράσει έντονη αντίδραση σε επικίνδυνη πρόταση.