βίζα /viˈza/ Noun

English
visa
Türkçe
vize

Example

  • Επιτέλους πήρε την τουριστική της [βίζα].
  • She finally received her tourist visa.
  • Η λέξη είναι πλέον πλήρως ενσωματωμένη, αλλά το «τουριστική» δίνει το πλαίσιο.