Ενίσχυση /eɪd/ Noun

English
aid
Türkçe
destek

Example

  • Η χώρα βασίζεται πολύ στην ξένη βοήθεια (αρωγή / συμπαράσταση / αρωγή).
  • The country relies heavily on foreign aid.
  • Η «αρωγή» είναι πιο επίσημη και συχνά αφορά υλική βοήθεια.