Συνήγορος / Υπερασπίζομαι /si.niˈɣo.ros/ Noun

English
advocate
Українська
відстоювати / захисник

Example

  • Είναι μια παθιασμένη ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ των δικαιωμάτων των ζώων. (Είναι μια παθιασμένη ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ / ΠΡΟΑΣΠΙΣΤΡΙΑ)
  • She is a passionate advocate for animal rights.
  • Το 'Υπέρμαχος' δίνει μεγαλύτερη έμφαση στον αγώνα.