αγοράζω /aɣoˈrazo/ VerbEnglishbuyУкраїнськакупити / купуватиExampleΠού αγόρασες αυτό το υπέροχο φόρεμα;Where did you buy that beautiful dress?Στην Ελλάδα, τα ρούχα συχνά αγοράζονται σε μικρά, οικογενειακά μαγαζιά.