Αισιοδοξία /esiˈoðoksia/ Noun
- English
- optimism
- Українська
- оптимізм
Example
- Υπάρχει μια διάχυτη αισιοδοξία [αισιοδοξία / αισιοδοξία / αισιοδοξία] — της τάξης του προσεκτικού αισιοδοξισμού — στο γραφείο σήμερα.
- There is a mood of cautious optimism in the office today.
- Το «προσεκτική αισιοδοξία» είναι κλασική φράση σε οικονομικά/πολιτικά νέα.