ακτή /akˈti/ Noun

English
shore
Українська
берег

Example

  • Τα παιδιά έπαιζαν στην αμμώδη [ακτή]. (αγιάλι / ακρογιαλιά / ακρογιάλι)
  • The children played on the sandy shore.
  • Το 'αγιάλι' έχει πιο ποιητική χροιά.