αλεύρι /aˈlevri/ Noun

English
flour
Українська
борошно

Example

  • Κοσκίνισε το αλεύρι και το αλάτι μέσα σε ένα μπολ.
  • Sift the flour and salt into a bowl.
  • Το ρήμα 'κοσκινίζω' είναι μαγνητικό με το αλεύρι.