καθαρός /kaˈθaros/ Adjective
- English
- sheer
- Українська
- Абсолютний / Чистий (залежно від контексту)
Example
- Ο αμιγής όγκος δεδομένων που επεξεργάστηκε η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι συγκλονιστικός.
- The sheer volume of data processed by the AI is staggering.
- Εδώ τονίζεται η τεράστια ποσότητα, όχι η ποιότητα.